Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΧΑΛΑΖΙ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ



Ανδρέας Μελεζιάδης
     Πρίν από λίγες μόλις μέρες, βρήκα σε ανάρτηση τους θερινούς κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης, μια και είναι καλοκαίρι και είναι μια μορφή διασκέδασης. Εκεί λοιπόν που καθόμουν και σκεφτόμουν τους θερινούς ‘’σινεμάδες’’, άνοιξαν οι ουρανοί της μνήμης και σαν χαλάζι άρχισαν να πέφτουν οι αναμνήσεις, αδυσσώπητες, η μία μετά την άλλη.
    Νοερά ξαναγύρισα σε κάποια παλιά ευτυχισμένα χρόνια, όταν ήμουν παιδί, στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, εκεί από το 1955 μέχρι το 1961, όταν ήμουν μαθητής δημοτικού.
    Θυμήθηκα τους θερινούς κινηματογράφους της Νεαπόλεως, που ήταν τρείς. Το ‘’ΑΛΣΟΣ’’, η ‘’ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΑ’’ και το ‘’ΑΣΤΥ’’.
    Το ‘’ΑΛΣΟΣ’’ ήταν στην Βασιλέως Γεωργίου, ( Ανδρέα Παπανδρέου πλέον ) στη στάση ‘’ΒΑΛΣΑΜΉ’’, πάνω στο δρόμο. Με τα κριτήρια που είχα τότε, το θεωρούσα σαν καλύτερο.
Η ‘’ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΑ’’, ήταν στην γωνία ΛΑΓΚΑΔΑ με ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, και το ‘’ΑΣΤΥ’’ ψηλά, όπως πήγαινε το λεωφορείο για Βάρνα, στην στάση ‘’ΚΟΚΚΟΡΑ’’ εάν θυμάμαι καλά.
    Αυτοί οι τρείς κινηματογράφοι, ήταν η καλοκαιρινή μας διασκέδαση, οικογενειακά. Το εισιτήριο έκανε 4,5 δραχμές προβαλλόταν δύο έργα, και άλλαζαν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη.
    Επειδή λοιπόν μας άρεσε οικογενειακά ο κινηματογράφος, με τον πατέρα και την μητέρα μου, είχαμε ‘’εβδομαδιαίο πρόγραμμα’’. Την Δευτέρα, στο ‘’ΑΛΣΟΣ’’, την Τρίτη ή Τετάρτη στη ‘’ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΑ’’, την Πέμπτη στο ‘’ΑΛΣΟΣ’’ και την Παρασκευή ή Σάββατο στην ‘’ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΑ’’ και πάλι. Κάπου - κάπου, πηγαίναμε και στο ‘’ΑΣΤΥ’’ το οποίο όμως σπάνια έφερνε αξιόλογα έργα.
    Το πρόγραμμα, συγκεκριμένο. Πηγαίναμε με την μητέρα μου στο μαγαζί, έκλεινε ο πατέρας μου και…’’πάμε σινεμά’’!
    Το τι έργα είδαμε τότε, ήταν άλλο πράγμα! Και δεν μιλάμε για ελληνικά δακρύβρεχτα ή τούρκικα με την Χούλια Κοτσιγίτ, ή και ινδικά ακόμα ( όλα αυτά τα έβαζε το ‘’ΑΣΤΥ’’), αλλά για εργάρες!
    Καθόμασταν αναπαυτικά στις πολυθρόνες ( μεταλλικές ‘’σκηνοθέτου’’ ενωμένες κατά εξάδες ), και οι μικροπωλητές του σινεμά περνούσαν διαλαλώντας την πραμάτεια τους. ’’Σπόρια, μαστίχες, σάντουιτς, φρέσκα ξεροψημένα τσίπς!’’
    Μετά περνούσε ο επόμενος. ’’Γκαζόζες, λεμονάδες, πορτοκαλάδες, μπυράλ !’’. Δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα το ‘’ΤΑΜ – ΤΑΜ’’ την δε κόκα – κόλα την βλέπαμε μόνο στον… κινηματογράφο!
    Στο διάλειμα μεταξύ των δύο ταινιών, επειδή δεν υπήρχαν κινηματογραφημένα διαφημιστικά για τις επόμενες ταινίες, το μεγάφωνο με την χαρακτηριστική φωνή στο ‘’ΑΛΣΟΣ’’ έλεγε
    ’Την Δευτέρα, δύο αριστουργήματα της παγκοσμίου παραγωγής, η πολεμική ταινία ‘’ΤΑ ΤΑΝΚΣ ΕΞΟΡΜΟΥΝ’’ με τον Βίκτωρ Μάτσιουρ και η περιπέτεια ‘’ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΥ’’ με τον Τόνυ Κέρτις.’’  Ήταν Β΄προβολής, όμως ταινίες που έγραψαν ιστορία, να μην σας τις αναφέρω τώρα….  Βέβαια, από έξω στην είσοδο, υπήρχαν κάποιες φωτογραφίες.
    Η πρώτη ταινία ( ‘’ταινίες’’ ή ‘’έργα’’ τις λέγαμε και όχι ‘’φίλμ’’ ) , μετά την προβολή των δύο στην αρχή, ξαναπαιζόταν, για όσους άργησαν να πάνε ή τους άρεσε πολύ. Και έτσι, η όλη ιστορία τέλειωνε κατά τις 1 τη νύχτα. Λόγω του μαγαζιού του πατέρα μου, συνήθως αργούσαμε, και όταν προβαλλόταν η πρώτη για δεύτερη φορά, όταν φτάναμε στο σημείο που πήγαμε, έλεγε ο πατέρας μου. ‘’Εδώ ήρθαμε, πάμε τώρα’’.
    Αξέχαστα χρόνια…. Μπορεί η φτώχεια να ήταν κάτι το κοινό, μετά τον πόλεμο, αλλά οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί, πιο απλοί, πιο φιλικοί, τα δε παιδιά της ηλικίας μου είχαν πολλά μέρη για να παίξουν… Όλοι οι δρόμοι ήταν από χώμα, εκτός από τους κεντρικούς. Ιδιαίτερα στην γειτονιά μου, είχαμε και που άρχιζε πίσω από τον Άγιο Γεώργιο και έφτανε μέχρι τους Προσκόπους, λίγο πρίν το Δημοτικό σχολείο.

    Εμείς μέναμε στην οδό Μουδανίων 45, γωνία με Καλλικρατείας, σε μονοκατοικία με αυλή ( όπως όλα τα σπίτια της περιοχής) και η αλάνα ήταν καλό μέρος για ποδόσφαιρο. Δεν ήμουν και πολύ καλός στις ντρίπλες, και με έβαζαν τερματοφύλακα, ή στην καλύτερη σέντερ – μπάκ ! Όμως, είχα το πιό δυνατό σούτ! ‘Όταν δεν μαζευόμασταν για ποδόσφαιρο, παίζαμε ‘’τσιλικι’’, ‘’ψηλοκουμπητο’’, ‘’γκαζιές’’( βωλους ή μπίλιες ), ‘’κρυφτό’’ ( ιδιαίτερα όταν σουρούπωνε ), ‘’κυνηγητό’’ και τόσα άλλα…. Όταν ο καιρός δεν ήταν καλός, πηγαίναμε στο σπίτι κάποιου φίλου, και παίζαμε ‘’χαρτάκια’’ ή ‘’στρατιωτάκια’’. Από αυτά τα τελευταία, μου έχουν μείνει μερικά και τα προσέχω σαν θησαυρό, όπως και είναι για εμένα.
    Ο παππούς μου με τον πατέρα μου, είχαν μαγαζί ‘’ΩΡΟΛΟΓΙΑ – ΟΠΤΙΚΑ – ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ’’, στην Βασιλέως Γεωργίου, κοντά στον Άγιο Γεώργιο, δίπλα στο φωτογραφείο του Ιπποκράτη του Μαυρόπουλου και το ψιλικατζίδικο του Σεφεριάδη….. Θυμάμαι πως έπαιρνα το λεωφορείο ( από τότε το ‘’25’’ ), και κατέβαινα στην Εγνατία. Πήγαινα για δουλειές του μαγαζιού, ήμουν 10 χρονών! Το εισιτήριο για τους ‘’μικρούς’’ έκανε 7,5 δεκάρες. Τότε είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν και τα νέα λεωφορεία ‘’ΚΡΑΟΥΣ ΜΑΦΕΥ’’, ολοκαίνουρια και εντυπωσιακά.
    Πήγαινα στην ‘’ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΤΟΑ’’, πρίν από το ‘’ΑΛΚΑΖΑΡ’’, στον ‘’Εβραίο’’ και στον ‘’Αρμένο’’.
    Στον ‘’Εβραίο’’ πήγαινα για να πάρω ανταλλακτικά για τα ρολόγια , και στον ‘’Αρμένο’’ για χαράξεις σε βέρες και δαχτυλίδια και επιχρυσώσεις. Ετούτος μάλιστα, δεν άφηνε κανένα να πλησιάσει τον πάγκο του. Κατόπιν έμαθα, ότι μάζευε την σκόνη και τα χώματα από κάτω, για να μαζέψει τα ρινίσματα χρυσού από τις χαράξεις του.

    Μετά τα ανταλλακτικά, πήγαινα λίγο πιο κάτω, μετά την Αριστοτέλους, στο βιβλιοπωλείο του Ανδρέα Ρέκου. Είχε όλα τα παιδικά περιοδικά. Κυρίως, πήγαινα για να αγοράσω τον ‘’ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟ’’ που δεν τον εύρισκα στη Νεάπολη εύκολα. Η βόλτα τέλειωνε, με την επίσκεψή μου στο μαγαζί του θείου μου ( αδελφού του πατέρα μου ) με ‘ωρολόγια – κοσμήματα – οπτικά’’ στην Εγνατία, λίγο πρίν την Αγιάς Σοφίας. Ήταν ο μόνος θείος μου που με ‘’χαρτζηλίκωνε’’ μόνιμα, μέχρι το 1969 που μπήκα στη ΣΣΕ. Μετά, πλατεία Αριστοτέλους όπου ήταν το τέρμα των λεωφορείων, και επιστροφή στη Νεάπολη.
    Σας είπα, ότι οι αναμνήσεις έπεφταν σαν το χαλάζι. Ένα χαλάζι, που δεν πονούσε, αλλά ξυπνούσε ευτυχισμένες μέρες. Όσο σκληρές και φτωχές και να ήταν, δεν έπαυαν να είναι ευτυχισμένες….

    Εκεί στην Νεάπολη, έβγαλα το Δημοτικό. Τις δύο πρώτες τάξεις, οι γονείς μου με έστειλαν σε ιδιωτικό, του Κοντομήτρου, δίπλα στον Άγιο Γεώργιο. Την Τρίτη χρονιά, το 1957-58, το ιδιωτικό μετακόμισε σε καλύτερη περιοχή, κάπως μακρυά Με δεδομένη και την οικονομική κατάσταση ( έσοδα 50 δραχμές την ημέρα, αφού στην ουσία ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος του παππού μου ) πήγα στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Νεαπόλεως, που ακόμα και σήμερα είναι όπως τότε.
    Τότε, πήγαινα και στο Κατηχητικό, στον Άγιο Γεώργιο. Κάθε Κυριακή. Θυμάμαι την άριστη εντύπωση που μου έκανε ο παππάς που μας δίδασκε, υψηλός, ευθυτενής, νέος, με μία μαύρη ζώνη στο ράσο του, με μεταλλική πόρπη που γιάλιζε πολύ. Νίκελ ήταν, ασημένια ή επάργυρη, θα σας γελάσω. Δεν θυμάμαι το όνομά του, τον έλεγαν πατέρα Ιωάννη ή πατέρα Διονύσιο, δεν είμαι σίγουρος. Όμως, νωρίς εγκατέλειψα το κατηχητικό, εξ αιτίας ενός γεγονότος. Μια μέρα, είχα την επιθυμία να ανάψω ένα κεράκι στον Άγιο. Είχα κάποιες δεκάρες, αν θυμάμαι. Πάω να πάρω το κεράκι, και ο καντηλανάφτης με εμπόδισε, λέγοντάς μου ότι το κερί κάνει μισή δραχμή !
    Από εκείνη τη στιγμή, κάτι ‘’έσπασε’’ μέσα μου. Τέρμα το κατηχητικό, τέρμα η Θεία Λειτουργία, τέρμα η εκκλησία. Από τότε, πηγαίνω μόνον όταν ΠΡΕΠΕΙ να πάω…. Λάθος μου ? Ίσως…
    Ανήμερα, κάθε Πάσχα, τρώγαμε το πρώτο μας παγωτό ξυλάκι, της ‘’ΑΓΝΟ’’ ή της ‘’ΑΣΤΥ’’ ( η ΕΒΓΑ  βγήκε μετά ) από τον πλανώδιο παγωτατζή που περνούσε από τις γειτονιές, όπως ο μανάβης με το κάρο, ο καρβουνιάρης, ο γαλατάς, ο γιαουρτσής….
    Και όταν έκλειναν τα σχολεία και άρχιζε το καλοκαίρι, τις Κυριακές πηγαίναμε όλη η γειτονιά για μπάνιο στη θάλασσα ( Ασπροβάλτα, Επανωμή κτλ ) με το λεωφορείο που είχε κάποιος γείτονας.
    Θυμάμαι σαν χθές, την πρώτη μέρα στο 1ο Δημοτικό, στον ‘’αγιασμό’’. Μπήκαμε στο προαύλιο, όλες οι τάξεις, σε δύο σειρές η καθεμία, αγόρια – κορίτσια. Τότε, εκείνη την ημέρα, είδα το κορίτσι που ήταν η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ μου την Μαίρη. Όπως θα λέγαμε σήμερα, ‘’καρφώθηκα’’ στην κυριολέξία. Μια πραγματική αγάπη, των παιδικών χρόνων, που για μένα κράτησε μέχρι τα 14. Αν και ποτέ δεν εκδήλωσα φανερά τα αισθήματά μου, ήταν κοινό μυστικό σε όλη την τάξη….
    Στην 3η τάξη δασκάλα είχαμε την κυρία Βάσω. Δεν θυμάμαι και πάρα πολλά από αυτήν, το μόνο που θυμάμαι είναι να πετάει τις ξύλινες εκείνες συρταρωτές κασετίνες στους τοίχους, όταν εκνευριζόταν…
    Τις επόμενες τάξεις, είχαμε άλλο δάσκαλο, τον κύριο Τζίμινα. Τον ΔΑΣΚΑΛΟ! Για εμένα, ήταν απο τους ελάχιστους ανθρώπους, που συνέβαλαν στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Πάντα τον σεβόμουν, και πάντα αναπολώ τις μέρες στο σχολείο με εκείνο Δάσκαλο. Επι πλέον, ήταν και ο πατέρας της Μαίρης !
    Απέναντι από το σχολείο, ήταν το ψιλικατζίδικο της κυράς Μαρίκας. Εκεί πηγαίναμε και παίρναμε τα ‘’χαρτάκια’’ με ποδοσφαιριστές, ηθοποιούς κτλ, και κρυμένα δώρα ( μπάλλες κτλ ) μια πεντάρα το ένα! Θυμάμαι την χαρά μου, όταν μια φορά είχα πάρει μερικά, και στο τελευταίο κέρδισα μια μπάλα! Λαστιχένια βέβαια, μην πάει το μυαλό σε δερμάτινες και τέτοια.
    Όλοι ήμασταν φίλοι, όλοι ήμασταν γείτονες σχεδόν. Ο Πόλυς, ( Πολύκαρπος Παπαδόπουλος ) έμενε απέναντι. Λίγο πιο πέρα, ο Βασίλης ο Κεφαλωνίτης. Κοντά στο μαγαζί μας, ο Σοφοκλής ο Μπέκας. Στην Αγίου Γεωργίου ψηλά, ο Νίκος ο Μουμτζίδης που είχαν χασάπικο. Στο σπίτι μου κοντά, ο Μπάμπης ο Καρμιράντζος και λίγο πιο ψηλά ο Θοδωρής ο Πολυμέρης. Εκεί, απέναντι από το σπίτι μου, στην Καλλικρατείας, έμεναν οι Καλλιόπη και Θεανώ Καλλία ( δίδυμες ). Κοντά στο ‘’ΑΛΣΟΣ’’ έμενε ο Σεραφείμ ο Ιωακείμογλου.Στο μαγαζί πάλι κοντά, έμενε η Σούλα η Παπαδοπούλου. Θωμάς Παρπαλίτης, Ιωάννα Σαμαρά, Σούλα Μορτοπούλου, Βασιλική Παντέ, Βασίλης Γκιόκας, Χρυσούλα Πεταλά, Μπάμπης Καναρίδης, Στέλιος Κυζιρίδης… Με αρκετούς από αυτούς, ήμασταν συμμαθητές και στο 4ο Γυμνάσιο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ‘’χαλάζι’’ που λέγαμε, κάπου μου κάνει νερά από εδώ και πέρα….
    Μόνο η Μαίρη έμενε μακρυά, κοντά στην Γέφυρα των Στεναγμών, στην Παναγία Φανερωμένη.
    Εκεί, στο τέρμα της οδού Βενιζέλου, που ξεκινούσε από την Ραμόνα, ήταν ένα ΤΟΛ, των προσκόπων. Πίσω ακριβώς από το ΤΟΛ, υπήρχε το συρματόπλεγμα του Στρατοπέδου. Σε αυτό το ΤΟΛ, λοιπόν, κάπου – κάπου, γινόταν και αγώνες…. κάτς! Σε έναν από αυτούς, που κατάφερα να ‘’τρυπώσω’’ μέσα, πάλευαν ο Ναθαναήλ με τον Τιμωνίδη. Ξύλο φοβερό!  Θυμάμαι πως ο αγώνας διακόπηκε, επειδή ο Ναθαναήλ χτύπησε σε ένα καρφί του ρίγκ, που δεν το είχαν προσέξει, και μάτωσε !
    Ξαναγυρνάμε στο σχολείο…. Μαζί με το 1ο, στεγαζόταν και το 4ο Δημοτικό Σχολείο, με αποτέλεσμα τις μισές μέρες της εβδομάδος να είμαστε πρω’ι’νοί και τις υπόλοιπες απογευματινοί. Εντύπωση όμως, μου κάνει ένα πράγμα. Ενώ ήμασταν έξη τάξεις, δεν θυμάμαι κανέναν απολύτως από τις άλλες τάξεις του δημοτικού.
    Τα χρόνια μου στη Νεάπολη, τέλειωναν…. Οι δουλειές στο μαγαζί δεν πήγαιναν καλά, και ο πατέρας μου βρήκε άλλη δουλειά , στην Καλαμαριά, στο εργοστάσιο κατασκευής φερμουάρ ‘’φερλόν’’ ( τα πρώτα να’υ’λον ) του Καζάση. Οι τελευταίες αναμνήσεις μου είναι η παρέλαση της 25ης Μαρτίου στη Νεάπολή, με εμένα σημαιοφόρο και την Μαίρη μία από τις δύο παραστάτιδες.
    Μετά από 40 περίπου χρόνια από τότε, οι συμμαθητές και συμμαθήτριες σκέφτηκαν να κάνουμε μια συγκέντρωση, για να θυμηθούμε τα παλιά. Πρωτοστάτησαν δυό συμμαθήτριες, που κατάφεραν και μας βρήκαν όλους, ακόμα και εμένα, που ‘’διήγα βίον πλάνητα’’ σε όλες τις γωνιές της Ελλάδος.
    Η συγκέντρωσή μας, έγινε στην ταβέρνα ‘’ΜΠΙΤ ΠΑΖΑΡ’’, στα παλιατζίδικα στην Βενιζέλου, κοντά στο Διοικητήριο. Μαζευτήκαμε σχεδόν όλοι. Ενθουσιασμός, αναμνήσεις, όλα όσα γίνονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Τους περισσότερους και περισσότερες, με την ανάμνηση του Δημοτικού, τους αναγνώρισα.  Η Μαίρη δεν ήρθε…. Και διαπίστωσα μετά, πως  η εξέλιξή τους, με την εντύπωση που είχα τότε για αυτούς, ήταν η αναμενόμενη. Επιτυχημένοι (ες) και αποτυχημένοι (ες). Όλα είναι μεσα στην ζωή….
    Γράφοντας όλα αυτά, μια και έξω, αισθάνθηκα έναν κόμπο στο λαιμό, και κάποια δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου. Δάκρυα νοσταλγίας, όχι χαράς, ούτε λύπης. Θυμήθηκα τους συμμαθητές και συμμαθήτριές μου, την Μαίρη που ποτέ δεν ξέχασα, και δεν θέλω να έχω για κανένα τους άσχημα νέα, αφού κοντεύουμε τα 70 πλέον. Προτιμώ να τους θυμάμαι όπως ήμασταν τότε, παιδιά του Δημοτικού. Ας τους έχει ο Θεός καλά….
    Πού σε στέλνουν οι αναμνήσεις… Από το ένα θέμα στο άλλο. Ξεκίνησα με τους ‘’σινεμάδες’’ και μου βγήκε όλη σχεδόν η περίοδος ( 1955 – 1961 ) που έζησα στη Νεάπολη…. Η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου !
Ανδρέας